ἐποπτεία


ἐποπτεία
ἐπ-οπτεία, , das Daraufhinsehen, Beschauen, in den eleusinischen Mysterien die höhere Weihe

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἐποπτεία — ἐποπτείᾱ , ἐποπτεία highest grade of initiation at the Eleusinian mysteries fem nom/voc/acc dual ἐποπτείᾱ , ἐποπτεία highest grade of initiation at the Eleusinian mysteries fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποπτείᾳ — ἐποπτείᾱͅ , ἐποπτεία highest grade of initiation at the Eleusinian mysteries fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εποπτεία — η (AM ἐποπτεία) [εποπτεύω] νεοελλ. επίβλεψη, επιτήρηση («ἐχει την εποπτεία όλης τής επιχειρήσεως») μσν. νεοελλ. 1. η κατ’ αίσθηση αντίληψη ενός αντικειμένου που περιλαμβάνει όλα τα διακριτικά του γνωρίσματα («εποπτεία ζωγραφικού πίνακα») 2. σαφής …   Dictionary of Greek

  • εποπτεία — η 1. επίβλεψη, επιτήρηση, επιστασία: Εποπτεία των τελωνείων. 2. (ψυχ.), εικόνα αντικειμένου αντιληπτού με τις αισθήσεις η οποία περιλαμβάνει όλα τα διακριτικά του γνωρίσματα: Εποπτεία ζωγραφικού πίνακα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐποπτείας — ἐποπτείᾱς , ἐποπτεία highest grade of initiation at the Eleusinian mysteries fem acc pl ἐποπτείᾱς , ἐποπτεία highest grade of initiation at the Eleusinian mysteries fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποπτείαν — ἐποπτείᾱν , ἐποπτεία highest grade of initiation at the Eleusinian mysteries fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποπτείαις — ἐποπτεία highest grade of initiation at the Eleusinian mysteries fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άγιον Όρος ή Άθως — Πολιτεία μοναχών (2.262 κάτ.) που άνθησε ιδιαίτερα στους βυζαντινούς χρόνους. Το Ά.Ό. είναι βουνό με άφθονα δάση (2.033 μ.), στη νότια άκρη της ανατολικής χερσονήσου της Χαλκιδικής, από το οποίο ονομάστηκε έτσι και η χερσόνησος (332,5 τ. χλμ.).… …   Dictionary of Greek

  • αδικοπραξία ή αδικοπραγία — Η ανθρώπινη συμπεριφορά που αντίκειται στους σκοπούς της έννομης τάξης και απαγορεύεται από τον νόμο. Η α. είναι έννοια πλατύτερη από το αδίκημα, γιατί α. μπορεί να υπάρχει και χωρίς υπαίτια συμπεριφορά. Κάθε αστικό αδίκημα είναι α., κάθε όμως α …   Dictionary of Greek

  • INVISERE et Viscre mysteria — Latinis Scriptoribus passim est simpliciter μυεῖςθαι, h. e. inittari Sacis Eleusinis. Non raro enim ἐπόπτευσιν cum μυἠσει confundunt Auctores, inter quos Tertullian. adv. Valentin. Epoptas vocat, qui Mysta tantum erant, et Seneca, cum air,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • απογραφή — Στατιστική εργασία με τη βοήθεια της οποίας υπολογίζεται περιοδικά και ταυτόχρονα ο αριθμός των κατοίκων μιας περιοχής και η βιολογική (ηλικία, φύλο) και κοινωνική (ιθαγένεια, γλώσσα, εκπαίδευση, θρησκεία, οικονομική και επαγγελματική κατηγορία)… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.